in memoriam ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

in memoriam ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

in memoriam ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

από τον ανένδοτο και το ΠΑΚ στην «Αλλαγή» και το Ωνάσειο

Lykourgos Chatzakos

Λυκούργος Χατζάκος,

πολιτικός επιστήμονας, δημοσιογράφος & συγγραφέας

Όταν σου ζητάνε να γράψεις κάτι για μία μορφή, όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου,


το πλέον δύσκολο πράγμα είναι να απομονώσεις το συναίσθημα και να προσπαθήσεις να προσεγγίσεις το θέμα κατά το μέγιστο δυνατό βαθμό αντικειμενικά.

Εκ προοιμίου, ζητώ συγνώμη από τους αναγνώστες γιατί δεν ξέρω αν στο τέλος αυτού του κειμένου θα καταφέρω να κρατήσω την απόσταση από τα πράγματα -άλλωστε και η εγγύτητα του ιστορικού χρόνου δεν βοηθάει- και να καταγράψω δίχως συναισθηματική επιρροή την ιστορική διαδρομή του ανθρώπου, του ηγέτη που προκάλεσε δυνατά πάθη -σε φίλους και αντιπάλους- όσο, ίσως κανείς άλλος πολιτικός. Δεν είναι τυχαίο ότι φίλοι και αντίπαλοι, ένας ολόκληρος λαός τον αποκαλούσε με το μικρό του όνομα: «Ανδρέας»

Ας προσπαθήσουμε να καταγράψουμε στις γραμμές αυτές την  διαδρομή του πολιτικού ηγέτη, ο οποίος σημάδεψε με την παρουσία του την διαδρομή μιας παράταξης και, φυσικά, της χώρας.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου γεννήθηκε την 5η Φεβρουαρίου 1919 στην Χίο, όπου ο πατέρας του υπηρετούσε ως γενικός διοικητής νήσων Αιγαίου, διορισμένος εκεί από την Κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου. Η μητέρα του Σοφία Μινέϊκο, θυγατέρα του παντρεμένου με Ελληνίδα και μόνιμου κατοίκου στην Ελλάδα, Ζίγκμουντ Μινέϊκο, Πολωνού και φιλέλληνα αξιωματικού.

Η παρουσία του πατέρα του και μετέπειτα αρχηγού της Ενώσεως Κέντρου και Πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου, επηρέασε και διαμόρφωσε την εφηβική και νεανική του ηλικία. Από αυτόν πήρε τα πρώτα μαθήματα πολιτικής και συνέβαλε στην διαμόρφωση του -ούτως ή άλλως- ανήσυχου και ζωηρού πνεύματός του. Η βιωματική εμπειρία του, συνέβαλλε στην ιδεολογική τοποθέτησή του στην αριστερά, γεγονός που οδήγησε στην πρώτη σύλληψή του από το Μεταξικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Τότε ήταν μαθητής στο Κολέγιο Αθηνών.

Η δεύτερη σύλληψη (Μάρτιος 1939), έρχεται την περίοδο που ήταν φοιτητής στην Νομική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά από αρκετές ημέρες στην απομόνωση αποφυλακίζεται και τον Ιούλιο του ίδιου έτους μεταβαίνει στις Η.Π.Α.

Εκεί, ξεκινά σπουδές στα οικονομικά (Παν. Harvard) και το 1943 αποκτά τον πρώτο διδακτορικό του τίτλο. Το 1941 θα κάνει τον πρώτο του γάμο με την Χριστίνα Ρασσιά, από την οποία παίρνει διαζύγιο μετά από 10ετή συμβίωση. Στην συνέχεια θα παντρευτεί την -νεαρή τότε- Μαργαρίτα Τσαντ, με την οποία αποκτά 4 παιδιά: Τον Γιώργο, την Σοφία, τον Νίκο και τον Ανδρίκο.

Το 1947, περίπου, θα ορκισθεί πολίτης των ΗΠΑ και ενώ ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος μαινόταν σε όλα τα μέτωπα (Ευρώπη, Αφρική, Ειρηνικό), κατατάσσεται εθελοντικά στο Πολεμικό Ναυτικό των Ηνωμένων Πολιτειών. Με την λήξη του πολέμου αφυπηρετεί και αφοσιώνεται στην Ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία. Διδάσκει ως καθηγητής οικονομικών στα Πανεπιστήμια Harvard, Minnesota’s, Northwestern και Berkeley στο οποίο θα διατελέσει και κοσμήτορας της Σχολής Οικονομικών.

 Το 1959 έρχεται στην Ελλάδα προκειμένου να μελετήσει την Ελληνική οικονομία, ως μέλος αποστολής των Ιδρυμάτων Φουλμπραϊτ και Γκουγκενχαϊμ. Η Παρουσία του και η επιστημονική του επάρκεια εντυπωσιάζουν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος ως Πρωθυπουργός είχε ξεκινήσει σοβαρή προσπάθεια ανασυγκρότησης και ανάπτυξης της Ελληνικής Οικονομίας. Ο Πρωθυπουργός του αναθέτει την διεύθυνση του Κέντρου Οικονομικών Ερευνών (1969-1964). Ο Ανδρέας το εξελίσσει και ονομάζεται Κεντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), ενώ παραλλήλως, έως το 1962,  ασκεί καθήκοντα συμβούλου στην Τράπεζα της Ελλάδος. Την περίοδο αυτή ξεκινά και κάνει τα πρώτα του βήματα στην πολιτική.

            Ο Φεβρουάριος του 1964 (16η Φεβρουαρίου) είναι η στιγμή κατά την οποία η Ένωση Κέντρου με ηγέτη τον πατέρα του Γεώργιο κερδίζει με 52,72% τις εθνικές εκλογές.  Ο Ανδρέας εκλέγεται πρώτη φορά βουλευτής (Αχαΐας) και ορίζεται Υπουργός Προεδρίας και αναπληρωτής Υπουργός Συντονισμού.

Οι αντιλήψεις και οι ιδέες του -προϊόντα της παραμονής του στις ΗΠΑ και των εξειδικευμένων γνώσεων του-, τον φέρνουν συχνά σε αντιπαράθεση με τα στελέχη της Ένωσης Κέντρου και υποχρεώνεται σε παραίτηση, δίνοντας ένα προσωρινό διέξοδο στην σοβαρή κρίση στο εσωτερικό του κόμματος.

Είναι το σημείο κατά το οποίο επιλέγει -για όλη την υπόλοιπη διαδρομή του στον Δημόσιο βίο-, να δώσει έκφραση και σχήμα στην «κεντροαριστερή» πτέρυγα της Ε.Κ.

Επανέρχεται στο αξίωμα Αναπληρωτού Υπουργού Συντονισμού το 1965 και μετά από πολύ μικρό χρονικό διάστημα κατηγορείται, από την ΕΡΕ, ως ο «εγκέφαλος» της υπόθεσης «ΑΣΠΙΔΑ», γεγονός που οδήγησε στην γνωστή Πολιτειακή κρίση.

Σε όλη την περίοδο εκείνη καταγγέλλει το Στέμμα και εξωγενείς παράγοντες ως αιτίες της πολιτικής ανωμαλίας και τότε, μαζί με το σύνθημα «ο Στρατός στο Έθνος», ακούγεται για πρώτη φορά το σύνθημα «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες».

Η επιβολή της Δικτατορίας την 21η Απριλίου 1967, τον βρίσκει στο σπίτι του, όπου και συλλαμβάνεται και κρατείται στις φυλακές Αβέρωφ, μέχρι τον Ιανουάριο του 1968. Μετά από διεθνή κινητοποίηση αφήνεται ελεύθερος και μεταβαίνει στις ΗΠΑ με την οικογένειά του και τον Φεβρουάριο του 1968 ιδρύει στην Στοκχόλμη το ΠΑΚ, πράξη που βρίσκει απήχηση και υποστήριξη από την Σουηδική Κυβέρνηση. Για αρκετό διάστημα, παραμένει στην Σουηδία και διδάσκει οικονομικά στο Πανεπιστήμιο της Σουηδικής Πρωτεύουσας.

Θα παραμείνει εξόριστος καθ’ όλη την διάρκεια του 7ετους καθεστώτος των Συνταγματαρχών και αναπτύσσει έντονη αντιστασιακή δραστηριότητα. Μεταβαίνει σε όλες τις χώρες της Δύσης, ευαισθητοποιεί την διεθνή κοινή γνώμη προκειμένου να στηριχθούν οι Δημοκρατικές δυνάμεις και να ανατρέψουν την Ελληνική Χούντα και συγκροτούνται οι πυρήνες του ΠΑΚ. Στο διάστημα αυτό γνωρίζει και αποκτά στενή προσωπική σχέση με σημαντικές προσωπικότητες όπως ο Ούλωφ Πάλμε, ο Φρανσουά Μιτεράν κ.ά.

Η πτώση της Δικτατορίας το 1974, του δίνει την δυνατότητα και μετά περίπου έναν μήνα, επιστρέφει στην Αθήνα.

Την 3η Σεπτέμβρη 1974 ιδρύει το ΠΑΣΟΚ, εγκολπώνοντας σε αυτό δυνάμεις από το ΠΑΚ, την Ένωση Κέντρου καθώς και προσωπικότητες της ευρύτερης δημοκρατικής παράταξης.

Στις εκλογές του 1974 (Νοέμβριος, 17) το νέο κόμμα του Ανδρέα κερδίζει ποσοστό 13, 6% και κατατάσσεται τρίτο. Μέχρι τις επόμενες εκλογές (27/11/1977) ο Ανδρέας έχει ξεκαθαρίσει το εσωτερικό τοπίο και με ποσοστό 25, 34% κερδίζει την θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Η πορεία προς την εξουσία έχει ήδη αρχίσει και είναι αναπότρεπτη. Η Ένωση Κέντρου διαλύεται εις τα εξ ων συνετέθη και τα σπαράγματά της, κατά κύριο λόγο, συντάσσονται με το ΠΑΣΟΚ. Διαμορφώνεται το «Συμβόλαιο με τον Λαό». Ένα προγραμματικό κείμενο πολλών σελίδων, το οποίο ήταν ουσιαστικά η Διακήρυξη Κυβερνητικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ.

Οι εκλογές την 18η Οκτωβρίου 1981 είναι η δικαίωση και ο θρίαμβος του Ανδρέα. Με το ασύλληπτο ποσοστό 48,06% κατακτά πλειοψηφία 172 εδρών στην Βουλή και για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας ένας αριστερού προσανατολισμού πολιτικός σχηματισμό, αναδεικνύεται κυβέρνηση με συντριπτική πλειοψηφία.

 Είναι η χρονιά της «Αλλαγής» με το «ΠΑΣΟΚ στην Κυβέρνηση και τον Λαό στην Εξουσία». Είναι η χρονιά που σχηματίζεται η πρώτη αριστερή Κυβέρνηση στην Ελλάδα, η χρονιά που αίρεται, δια παντός, η προδικτατορική δικλείδα για την «απαγορευμένη» κυβερνητική προοπτική της αριστεράς.

Η προσπάθεια του Ανδρέα, εστιάζει στην ολοκλήρωση του εκδημοκρατισμού της χώρας και των ενόπλων δυνάμεων -σε συνέχεια και ολοκλήρωση της προσπάθειας που ξεκίνησε μετά την Δικτατορία ο Κ. Καραμανλής- και η ανακούφιση των χαμηλών οικονομικών στρωμάτων. Νέοι θεσμοί με σκοπό την εμπέδωση της Δημοκρατικής λειτουργίας της Πολιτείας δημιουργούνται και εφαρμόζεται η Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (ΑΤΑ) προς ενίσχυση των εργαζομένων.

Θεσμική παρέμβαση στην Αυτοδιοίκηση, συμμετοχικοί θεσμοί -όπως τα συνοικιακά συμβούλια, εκπροσώπηση των εργαζομένων στις διοικήσεις οργανισμών και μεγάλων οικονομικών μονάδων-, αναγνώριση της Γενοκτονίας του Πόντου, αποστρατικοποίηση της ΥΕΝΕΔ και δημιουργία της ΕΡΤ, κατάργηση της Χωροφυλακής και σύσταση της ενιαίας ΕΛληνικής ΑΣτυνομίας, σύσταση του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκου, αναγνώριση και αποζημίωση των εργατικών ατυχημάτων, θεσμοθέτηση της 5μερης εργασίας, μείωση των ωρών εργασίας στις 40, καθιέρωση του πολιτικού γάμου και αποποινικοποίηση της μοιχείας, εξίσωση των δύο φύλων, νέο οικογενειακό Δίκαιο (Ν. 1329/1983), δικαίωμα ψήφου στους νέους από το 18ο έτος ηλικίας κ.ά., είναι ορισμένα από όσα η Δυτική Δημοκρατική Παιδεία και προοδευτική, σύγχρονη, ιδεολογική αντίληψη του Ανδρέα έγιναν κυβερνητική πράξη. Με το κεφαλαιώδες βήμα, της αναγνώρισης της Εθνική Αντίστασης, της κατάργησης των «γιορτών μίσους» και της επιστροφής των πολιτικών προσφύγων, μπήκαν τα θεμέλια, ώστε να γίνει η υπέρβαση των τραυμάτων του Εμφυλίου. Και σήμερα αποτελεί σημείο αναφοράς και συγκινεί το ίδιο η πρωτοβουλία του για την συνάντηση και την χειραψία των δύο μεγάλων αντιπάλων του Εμφυλίου. Των στρατηγών Νικόλα Βαφειάδη του ΕΛΑΣ και του στρατηγού Θρασύβουλου Τσακαλώτου του Εθνικού Στρατού ...

Στην Εξωτερική πολιτική, η διεθνής ακτινοβολία της προσωπικότητάς του ήταν εγγύηση για την επιτυχή διαχείριση των διεθνών υποθέσεων της χώρας. Ήδη, από το 1980 είχε διαμορφώσει το πλαίσιο και είχε δώσει τα πρώτα σημάδια γραφής με την σύνοδο των σοσιαλδημοκτατικών κομμάτων του Νότου, στην οποία συμμετείχαν η Ισπανία (Φελίππε Γκονζάλες), η Ιταλία (Μπετίνο Κράξι), Πορτογαλία (Μάριο Σοάρες) και ο Γ. Γραμματέας του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γαλλίας.

 Η συμμετοχή στο κίνημα των Αδεσμεύτων και η πρωτοβουλία των «6», δημιουργούσε έναν άξονα εξισορρόπησης την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και στον ανταγωνισμό των Υπερδυνάμεων, δίχως, όμως, να προβαίνει σε ενέργειες αποστασιοποίησης από τον Δυτικό Συνασπισμό και τους διεθνείς θεσμούς που η Δημοκρατική Δύση συγκρότησε μετά από δύο, μεγάλους, αιματηρούς πολέμους.

Η φιλο-αραβική πολιτική του έφερε τον Yaser Arafat να επισκέπτεται την Ελλάδα, ως την πρώτη Δυτική χώρα που ο Παλαιστίνιος ηγέτης πατούσε το πόδι του, επίσημα προσκεκλημένος. Αυτό, μπορεί να επέφερε τον άρρητο και διακριτικό αποκλεισμό του από την ηγεσία των ΗΠΑ (πρώτη φορά προσκλήθηκε από Αμερικανό Πρόεδρο το 1994, από τον Πρόεδρο Bill Clinton), αλλά, μάλλον απάλλαξε την χώρα από το άγχος μιας τρομοκρατικής δραστηριότητας, η οποία εκείνη την περίοδο ήταν πολύ έντονη.

Στο Ευρωπαϊκό πεδίο κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα και το γεγονός ότι στεκόταν ισότιμα μεταξύ των ηγετών των μεγαλύτερων και ισχυρών κρατών της ΕΕ. Είναι, άλλωστε γεγονός η φράση της Θάτσερ, της μεγάλης ιδεολογικής του αντιπάλου στην Ευρώπη: «είχε τον τρόπο να κερδίζει πάντοτε αυτό που ήθελε για την χώρα του»!

Ήξερε τον τρόπο να είναι ρεαλιστής, αλλά και ταυτόχρονα να κινητοποιεί το «όνειρο». Να μεταδίδει και στον πλέον απόμακρο από την πολιτική πολίτη το όραμά του για την Ελλάδα, για τον κόσμο, για τους ανθρώπους.

Είχε την παιδεία και ικανότητα, από μιας πλευράς να απαιτεί «Βυθίσατε το Χόρα» και να δημιουργεί όρους και προϋποθέσεις, να κτίζει βάση συνεργασία και ειρηνικής συνύπαρξης στο Αιγαίο, να συναντάται και να δημιουργεί συναινέσεις με τον Τουργκούτ Οζάλ, δίχως να εκχωρεί ή να επιτρέπει αμφισβήτηση των Ελληνικών Δικαίων από κανέναν. Είχε την βούληση να είναι η Ελλάδα χώρα Ειρήνης και συνεργασίας με όλους, δίχως, όμως, να παραχωρεί το ελάχιστο από ό,τι της ανήκει. Οι τρεις ημέρες του Μαρτίου του 1987 είναι μία από τις αποδείξεις.

Πολλά, μπορεί να παραθέσει κάποιος για το έργο του Ανδρέα και του ΠΑΣΟΚ. Και βεβαίως, πολλά μπορεί να αντιτάξει. Η ουσία όμως είναι ότι το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα, κυριάρχησε πολιτικά για περισσότερα από 35 χρόνια στην Μεταπολίτευση και η προσωπικότητα του ιδρυτή του σημάδεψε την πολιτική σκηνή στην Ελλάδα.

Ακόμη και σήμερα, πολιτικές προσωπικότητες προσπαθούν να ταυτιστούν με τον Ανδρέα, προκειμένου να κερδίσουν κάτι από την αίγλη του και την αγάπη του λαού προς αυτόν.

Θεωρώ ότι η παρουσία του Ανδρέα Παπανδρέου στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας, εκφεύγει κατά πολύ από το σύνηθες πλαίσιο με το οποίο πολίτες, λαοί αντιμετωπίζουν τους ηγέτες τους.

Ούτε το σκάνδαλο Κοσκωτά (κατασκευασμένο ή όχι) ούτε το Ειδικό Δικαστήριο με την πανηγυρική αθώωσή του ούτε η «Δήμητρα» μπόρεσαν να αμαυρώσουν την εικόνα του, δεν μπόρεσαν να τον ξεκόψουν από την αγάπη της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού, δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν τον εκλογικό θρίαμβό του ,την 10η Οκτωβρίου 1993.

Είχαν προηγηθεί το «βρώμικο ’89» με την συγκυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας-Συνασπισμού υπό τον Τζανή Τζανετάκη και η Οικουμενική Κυβέρνηση Ζολώτα. Ακολούθησε η αυτοδύναμη κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και η παραπομπή του στο Ειδικό Δικαστήριο.

Πολλοί, θα θυμούνται τους εκατοντάδες πολίτες που καθημερινά, σε όλη την διάρκεια της δίκης συγκεντρώνονταν έξω από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να συμπαρασταθούν στον άδικα κατηγορούμενο ηγέτη τους. Αποδείχθηκε ότι όσον αφορούσε τον Ανδρέα, η όλη υπόθεση ήταν μία φούσκα. Έχει μείνει στην ιστορία η φράση του άλλου μεγάλου ηγέτη και αντιπάλου του, Κ. Καραμανλή ότι «τους Πρωθυπουργούς τους στέλνεις σπίτι τους, όχι στο δικαστήριο».

Και πρέπει να τονισθεί ότι παρά τις διαφορές τους Καραμανλής και Παπανδρέου είχαν την παιδεία, είχαν την υπευθυνότητα να συνομιλούν και να ξεπερνούν τις αντιθέσεις όταν το καλούσε η ανάγκη της πατρίδας. Δεν είναι, άλλωστε, άγνωστη η συνεννόησή τους στην περίπτωση της εξόδου στο Αιγαίο, του «Χόρα».

Κατά την κρίση του γράφοντος, το πλέον σημαντικό που προσέφερε η παρουσία του Ανδρέα Παπανδρέου στην πολιτική της Ελλάδας είναι η διεύρυνση της νομιμοποιητικής βάσης του Πολιτεύματος, πράγμα που επετεύχθη γιατί η ηττημένη πλευρά του Εμφυλίου ήρθε ισότιμα στο προσκήνιο.

Ακόμη και αν δεχθεί κάποιος ότι ο Ανδρέας ήταν ένας «λαϊκιστής» ηγέτης, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι είχε την παιδεία και την ικανότητα να το διαχειρίζεται προς όφελος της χώρας και της κοινωνίας. Κάτι που στερούνται οι επίδοξοι μιμητές του. Βέβαια, λαϊκιστής δεν λογίζεται εκείνος που έχει την ικανότητα να σαγηνεύει και να δίνει όραμα στον λαό. Να εμπνέει και να μπαίνει στα μύχια της ψυχής του ανθρώπου. Και ο Ανδρέας ήταν τέτοιος ηγέτης, τέτοια προσωπικότητα.

Ακόμη θυμάμαι, το δέος που μου είχε προκαλέσει η παρουσία του όταν για ένα θέμα διεθνούς αναφοράς είχα συμμετάσχει σε ομάδα που τον συνάντησε… Η ακτινοβολία του, η ευγένειά του και η σοφία που εξέπεμπαν τα μάτια του, παράλληλα με ανθρώπινη και ζεστή παρουσία του γέμιζαν τον χώρο και σε έκαναν να αισθάνεσαι δέος αλλά, όχι φόβο ή αμηχανία. Δέος και μακάριζες την τύχη που σου έδωσε την δυνατότητα να βρεθείς, έστω, στον ίδιο χώρο με μία προσωπικότητα όπως αυτός…

Ατυχώς, η ασθένειά του  από το 1988, η είσοδός του στο Harefild και όλη η εξέλιξη είχαν ως επακόλουθο τον εκτροχιασμό των επιγόνων. Εκείνοι που διαχειρίστηκαν την κυβέρνηση και το ΠΑΣΟΚ -μέχρι την εκλογή του Κ. Σημίτη-, αποδείχθηκαν πολύ κατώτεροι του ηγέτη τους.

Η επιστροφή από το Harefild θα μείνει στην ιστορία, μεταξύ άλλων για το απερίγραπτο πάθος και πλήθος του λαού που βρέθηκε στου δρόμους της Πρωτεύουσας σε όλη την διαδρομή της πομπής, αλλά και για το νεύμα του, προς την Δήμητρα Λιάνη, στην σκάλα του αεροπλάνου.

Ο Ανδρέας, καταβεβλημένος από την ασθένεια και μετά από μακρά παραμονή του στο Ωνάσειο, τον Ιανουάριο του 1996, δια του στόματος του Τηλέμαχου Χυτήρη, ανακοινώνει την παραίτησή του από την θέση του Πρωθυπουργού.

Την 23η Ιανουαρίου συναντάται στο Ωνάσειο με τον άρτι εκλεγμένο από την Κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ, Πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη και στις 23 Μαρτίου παίρνει εξιτήριο από το Ωνάσειο.

Ένα ιατρικό ανακοινωθέν από το Ωνάσειο και τον Δημήτρη Κρεμαστινό -φημολογείται ότι αυτός ήταν ο γιατρός που διαπίστωσε πολύ σοβαρά σφάλματα στην πρώτη περίοδο της θεραπείας, κατά τα αρχικά στάδια της oriνόσου του και έκανε ό,τι ήταν δυνατόν να βελτιώσει την κατάσταση- την 23η Ιουνίου 1996 ανακοινώνεται ο θάνατος του πλέον σημαντικού πολιτικού ηγέτη της σύγχρονης Ελλάδας.

            Του ηγέτη που ακόμη και σήμερα αναπολούν δεκάδες χιλιάδες πολιτών και επιχειρούν να αντιγράψουν πολλοί επίδοξοι πολιτικοί αρχηγοί.

Ως επίμετρο στο κείμενο αυτό -το οποίο, είναι ούτως ή άλλως ανεπαρκές να περιγράψει την προσωπικότητα του Ανδρέα Παπανδρέου-, θέλω να αφήσω δύο ανθρώπους, συνεργάτες και φίλους του να μιλήσουν.

Πρώτα ο Μιλτιάδης Παπαιωάννου: «...υπάρχουν πολλοί που στην επιδίωξή τους να δώσουν διαχρονικό 'συγχωροχάρτι' στις δυνάμεις της συντήρησης, για όσα συμβαίνουν σήμερα στον τόπο, κυρίως για την περίοδο της 'εγκληματικής' διακυβέρνησης της χώρας από τον τελευταίο Καραμανλή, ισχυρίζονται ότι για όλα τα δεινά του τόπου φταίει ο Ανδρέας Παπανδρέου … Αν ζούσε, θα έβλεπε δυστυχώς σήμερα πολλά από τα πολιτικά του τέκνα, ευεργετηθέντα από το ΠΑΣΟΚ, να πρωταγωνιστούν στη διάλυσή του. Θεσιθήρες, αχάριστοι και καιροσκόποι.»

Τέλος, ο κεντρογενής πολιτικός και επί μακρόν κατά το παρελθόν, Πρόεδρος της Βουλής κ. Απόστολος Κακλαμάνης: «Ο Ανδρέας Παπανδρέου κατόρθωσε να περάσει το όραμα του στα εκατομμύρια των Ελλήνων και Ελληνίδων, έτσι ώστε όσοι κι αν υποκρίθηκαν ή υποκριθούν ότι ενστερνίζονται και αγωνίζονται για το ίδιο όραμα και τις ίδιες αξίες, έστω κι αν επιτύχουν να αποπροσανατολίσουν το λαό μας γρήγορα αποδείχτηκαν στο παρελθόν και θ' αποδειχτούν κοινοί κάπηλοι και πολιτικοί απατεώνες και θα απογυμνωθούν από τα 'αριστερά', 'κεντροαριστερά', 'κεντρώα', 'προοδευτικά', ή άλλα ψιμύθια τους».

Είναι γεγονός ότι, ο ίδιος ο Ανδρέας όσο ζούσε, δεν επιδίωξε ποτέ να οργανώσει την υστεροφημία του μέσα από ένα δίκτυο υμνογράφων και «αγιογράφων» όπως έκαναν ή κάνουν άλλοι πολιτικοί.

Ο Ανδρέας επιθυμούσε να συνομιλεί ο ίδιος αυτοπροσώπως με την Ιστορία και έζησε την ζωή! Στο ακέραιο …